Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ



Του κ. Στέφανου Στειακάκη τ. Διοικητή Αγροφυλακής


Το μήνα Αύγουστο 2012 επισκεφθήκαμε το νησί της Σαντορίνης για ένα 4ήμερο μαζί με τον εξάδελφο μου Κλέαρχο Μυλωνάκη από τις Μοίρες Ηρακλείου.
 Μία ημέρα την αφιερώσαμε για επίσκεψη στο ηφαίστειο. Ήταν μία υπέροχη εμπειρία. Νιώσαμε δέος στη θέα και το τοπίο που αντικρίσαμε. Ο εξάδελφος μου ο οποίος έχει το χάρισμα στο να γράφει και να περιγράφει, ότι βλέπει, με το δικό του τρόπο κάθισε και έγραψε ένα ποίημα για το ηφαίστειο και την ιστορία του το οποίο παραθέτω και αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε. 

Επίσκεψη στο ηφαίστειο της Σαντορίνης

Στα έγκατα της γης ο Γίγαντας κοιμάται,
κοιμάται κι ονειρεύεται και τ΄ όνειρο τον ύπνο του ταράζει.
Στα τρίσβαθα της κλίνης σου τι άραγε να βλέπεις;
Μήπως τη μνήμη σου ξεδίπλωσες αιώνες πίσω;
Μήπως αναστοράσαι τη φοβερή τη μέρα,
τότε που πάνω στην οργή σου διαγούμισες στεργιές και θάλασσες; 
Μήπως μετράς πλεούμενα που καταπόντισες;
Ή μήπως συλλογάσαι τις πολιτείες τις λαμπρές που σβήσανε στο ξέσπασμα σου;
Γιατί δεν είχες έλεος Τιτάνα, τη νήσο που ξεπρόβαλλες την έκοψες στα δύο, 
Η λάβα σου ταφόπλακα βαριά στα έργα των παιδιών της.
Και κει αιώνες μείνανε θαμμένα, προσμένοντας καρτερικά ν΄ ακούσουνε τον ήχο της σκαπάνης, να ξαναβγούν πάλι στο φως, την αίγλη την παλιά να μαρτυρήσουνε, να φανερώσουνε αλλοτινού καιρού το μεγαλείο.
Του Μίνωα την Κρήτη τη χτύπησες αλύπητα,
τόσο βαθιά τη λάβωσες που οι πληγές δεν κλείσανε για χρόνια.
Μέχρι τις στήλες τις Ηράκλειες άπλωσες τα σκοτάδια,
πηχτός καπνός και τέφρα πνιγηρή εσκότισαν τον Ήλιο.
Τον Φαραώ τον τρόμαξες, τους Σκύθες, τους Λατίνους,
Ασύρινους και Φοίνικες και Πελασγούς και Μήδους.
Όπου χτυπούσε θάλασσα και κατοικούσε κόσμος, κύμα βουνό υψώθηκε
και αλίμονο σε κείνους, που έτυχε να βρίσκονται στο λυσσασμένο διάβα.
Μέχρι τα πέρατα της γης έφθασε η οργή σου,
δεν άφησες ανέγγιχτη καμιά γωνιά της πλάσης.
Απ΄ όλους όμως πιο πολύ βάλθηκες ν΄ αφανίσεις,
την πιο λαμπρή μεριά π΄ανθούσε στο πλανήτη.
Φαίνεται πως δεν άντεξες να βλέπεις ν΄ ανατέλλουν πολιτισμοί
π΄ άλλη φορά δε γνώρισε ο κόσμος.
Φαίνεται πως εφθόνισες το πνεύμα και το κάλλος,
την πρώτη αφύπνιση του νου, τη χαραυγή της γνώσης.
Όταν αλλού βασίλευε ακόμα μεσονύχτι,

εσύ εζήλεψες το φως που βιάστηκε να λάμψει.
Στην πρώιμη αυτή αυγή έβαλες το σημάδι,
τον ήλιο τον ανέσπερο, του νου το φωτοδότη.
Άραγε αυτά στοχάζεσαι ή μήπως σχεδιάζεις,
να τιναχτείς πάλι μ΄ ορμή το θάνατο να σπείρεις;
Μήπως στο αργαστήρι σου αθόρυβα δουλεύεις
και περιμένεις τη στιγμή το πλήρωμα του χρόνου,
στη χθόνια τη δύναμη το χαλινό να βγάλεις;
Του Ήφαιστου τα υλικά να ξαμολύσεις πάλι,
τους πύρινους τους ποταμούς, τη λάβα του ολέθρου.
Όμως να ξέρεις Γίγαντα πως τώρα πια μπορούμε να ξέρομε πως ενεργείς,
πως σκέφτεσαι, τι πράττεις.
Κανείς βεβαίως δεν μπορεί μαζί σου να τα βάλει,
αν όμως ξέρει πιο μπροστά τι έχεις στο μυαλό σου,
δε θ΄ αφεθεί στο τρομερό της λαίλαπάς σου μένος
αλλά θα μείνει όσο μπορεί, μακριά από την οργή σου.
Ίσως ακόμα σκέφτεσαι: Εγώ γι΄ αυτά τι φταίω;
νόμους υπηρετώ και ΄γώ, σε νόμους υπακούω,
άλλοι και μένα ορίζουνε, άλλοι με κατευθύνουν.
Σκληρή η κοσμογένεση, μα τι μπορεί να γίνει,
ολόκληρο το σύμπαντο είναι παιδί της βίας.
Πέρα από την καταστροφή, που μέμφομαι δικαίως,
συμβάλλω στην εκτόνωση, κρατώ ισορροπίες.
Εγώ ΄μαι απλώς το γεγονός της κοσμικής ανάγκης,
μικρό συμβάν στη ρέουσα εξέλιξη του κόσμου,
που δεν μπορεί να μη συμβεί, ούτε κι αλλιώς να γίνει.
                  
              
Κλέαρχος Μυλωνάκης
Μοίρες - Ηρακλείου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου